συναρμογή
ουσιαστικό1. Σύνδεση, ένωση ή ακριβές ταίριασμα επιμέρους τμημάτων, μηχανικών μερών ή κατασκευαστικών στοιχείων ώστε να αποτελέσουν ενιαίο σύνολο, καθώς και το σημείο αυτής της ένωσης.
Συνώνυμα
συναρμολόγηση συνταίριασμα ταίριασμα εναρμόνιση σύνδεση άρθρωση σύζευξη προσαρμογή συντονισμός εφαρμογή σύνθεση ζεύξη μοντάρισμα συγκερασμός συγκόλληση συμπλοκή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακριβής συναρμογή των εξαρτημάτων του κινητήρα εξασφαλίζει την αθόρυβη και ασφαλή λειτουργία του.
- Παρατήρησε ένα μικρό κενό στη συναρμογή των ξύλινων σανίδων στο πάτωμα του σαλονιού.
- Για να προχωρήσει η μεταρρύθμιση απαιτείται στενή συναρμογή όλων των αρμόδιων φορέων.
- Η επιτυχία του έργου βασίστηκε στην άψογη συναρμογή της ιστορικής έρευνας με τη λογοτεχνική αφήγηση.