συννεφιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση του καιρού κατά την οποία ο ουρανός είναι καλυμμένος από νέφη.
2. (μεταφορικά) Μελαγχολική ή κατηφής ψυχολογική διάθεση, έλλειψη κεφιού.
3. (μεταφορικά) Κατάσταση έντασης, ψυχρότητας ή προβλημάτων στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το πρωί επικρατεί μια βαριά συννεφιά και φαίνεται πως σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει.
- Η ξαφνική συννεφιά στο πρόσωπό του πρόδιδε ότι τα νέα δεν ήταν καθόλου ευχάριστα.
- Παρά τη συνεχή συννεφιά των τελευταίων ημερών, η θερμοκρασία παρέμεινε σε καλά επίπεδα.
- Μετά τον καβγά τους, μια παρατεταμένη συννεφιά σκίαζε τις σχέσεις όλης της οικογένειας.