συνταξιούχος

ουσιαστικό

1. Αυτός που έχει αποχωρήσει από την επαγγελματική δραστηριότητα ή την υπηρεσία του λόγω ηλικίας ή συμπλήρωσης των απαιτούμενων ετών εργασίας και λαμβάνει τακτικό χρηματικό βοήθημα (σύνταξη).

Συνώνυμα

συνταξιοδοτημένος συνταξιοδοτηθείς απόμαχος απόστρατος αποχωρήσας παλαίμαχος βετεράνος πρώην τέως εισοδηματίας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ως συνταξιούχος πλέον, έχει όλο τον ελεύθερο χρόνο να ασχοληθεί με τον κήπο του.
  • Οι ουρές έξω από τις τράπεζες σχηματίστηκαν νωρίς το πρωί από συνταξιούχους που περίμεναν να πληρωθούν.
  • Η γιαγιά μου είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός και συνεχίζει να διαβάζει ασταμάτητα.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτο επίδομα ενίσχυσης για τους χαμηλοσυνταξιούχους και κάθε ευάλωτο συνταξιούχο.