σφάλμα
ουσιαστικό1. Παρουσία απόκλισης από το επιδιωκόμενο, ορθό ή αναμενόμενο αποτέλεσμα σε ενέργεια, κρίση, πράξη ή μέτρηση.
2. Ελαττωματική λειτουργία ή ανωμαλία σε μηχανισμό, συσκευή ή πρόγραμμα που προκαλεί ανεπιθύμητη συμπεριφορά ή διακοπή λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ορθότητα ακρίβεια αλήθεια διόρθωση διάγνωση επιτυχία ευστοχία σωστότητα εγκυρότητα δίκιο διαπίστωση προτέρημα ακεραιότητα επιβεβαίωση συνάρτηση
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα ένα σφάλμα στην απάντησή μου.
- Δεν ήταν δικό του σφάλμα.
- Το πρόγραμμα κατέρρευσε λόγω ενός σφάλματος στον κώδικα.
- Ο δικαστής εντόπισε διαδικαστικό σφάλμα στη δίκη.
- Τα σφάλματα στην ορθογραφία αλλοιώνουν το κείμενο.