ταξιδιώτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που πραγματοποιεί ταξίδι ή μετακινείται από έναν τόπο σε άλλον για αναψυχή, εργασία ή εξερεύνηση.
2. Επιβάτης μεταφορικού μέσου.
3. Άτομο που διάγει βίο περιπλάνησης ή διασχίζει έναν χώρο χωρίς μόνιμη εγκατάσταση.
Συνώνυμα
περιηγητής οδοιπόρος στρατοκόπος διαβάτης τουρίστας επιβάτης περαστικός περιπλανώμενος επισκέπτης νομάδας πλάνης εξερευνητής προσκυνητής απόδημος δρομολάτρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κουρασμένος ταξιδιώτης σταμάτησε στο πανδοχείο για να ξεκουραστεί πριν συνεχίσει την πορεία του.
- Κάθε καλοκαίρι το νησί υποδέχεται χιλιάδες ταξιδιώτες από κάθε γωνιά του πλανήτη.
- Ως ανήσυχος ταξιδιώτης της ζωής, αναζητούσε διαρκώς νέες εμπειρίες και διαφορετικούς πολιτισμούς.
- Οι ταξιδιώτες της πρωινής πτήσης παρακαλούνται να κατευθυνθούν στην πύλη επιβίβασης.