υπέρμαχος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που υποστηρίζει, προασπίζεται ή αγωνίζεται με ζήλο για μια ιδέα, αρχή, δικαίωμα ή κοινωνικό σκοπό.
2. Προστάτης, βοηθός ή μαχητής που αγωνίζεται για την υπεράσπιση άλλων.
Συνώνυμα
υπερασπιστής υποστηρικτής προασπιστής πρόμαχος προμαχητής συνήγορος θιασώτης αγωνιστής προστάτης σημαιοφόρος συμπαραστάτης κήρυκας απόστολος πρεσβευτής θεματοφύλακας οπαδός φρουρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένθερμος υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Οι υπέρμαχοι της προστασίας του περιβάλλοντος συγκεντρώθηκαν έξω από το υπουργείο.
- Η οργάνωση αναγνωρίζεται διεθνώς ως αταλάντευτη υπέρμαχος της ελευθερίας του Τύπου.
- Στη βυζαντινή παράδοση, η Θεοτόκος υμνείται ως η κατεξοχήν υπέρμαχος στρατηγός της Πόλης.