υποσκάπτω
ρήμα1. Σκάβω κάτω από τη βάση, τα θεμέλια ή την επιφάνεια ενός κτίσματος ή εδάφους αφαιρώντας το υλικό στήριξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα ορμητικά νερά του ποταμού υπέσκαψαν τα θεμέλια της παλιάς γέφυρας.
- Προσπαθούσε συστηματικά να υποσκάψει το κύρος του προϊσταμένου του διαδίδοντας ψευδείς φήμες.
- Τέτοιες αδιαφανείς πρακτικές υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
- Αντί να συμβάλει στην ομαδική προσπάθεια, επέλεξε να υποσκάπτει τις αποφάσεις των συναδέλφων του.