υποτονία
ουσιαστικό1. Μειωμένος μυϊκός τόνος ή παθολογική χαλάρωση των ιστών και των μυών του σώματος.
2. Έλλειψη ενεργητικότητας, ζωντάνιας, έντασης ή ρυθμού· νωθρότητα.
3. Περιορισμένη κίνηση, δραστηριότητα ή συναλλαγές σε οικονομικό, εμπορικό ή κοινωνικό πεδίο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υπερτονία ζωντάνια ενεργητικότητα τονικότητα δυναμισμός σφρίγος ευρωστία ένταση κινητικότητα ανάκαμψη έξαρση οργασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Το βρέφος παρουσίαζε έντονη μυϊκή υποτονία και παραπέμφθηκε άμεσα σε παιδονευρολόγο.
- Παρατηρείται γενικευμένη υποτονία στην αγορά ακινήτων τους τελευταίους μήνες λόγω της ανόδου των επιτοκίων.
- Η θεατρική παράσταση έπασχε από σκηνοθετική υποτονία και δεν κατάφερε να κερδίσει το κοινό.
- Μετά από μια περίοδο παρατεταμένης υποτονίας, ο τουριστικός τομέας άρχισε επιτέλους να ανακάμπτει.