φιλεύσπλαχνος
επίθετοΑυτός που νιώθει βαθιά συμπόνια και έλεος για τα βάσανα ή τα σφάλματα των άλλων και διακατέχεται από τη διάθεση να βοηθήσει, να ανακουφίσει ή να συγχωρήσει.
Συνώνυμα
εύσπλαχνος σπλαχνικός ελεήμων συμπονετικός φιλοικτίρμων ψυχοπονιάρης πονετικός μαλακόκαρδος φιλάνθρωπος καλόκαρδος μακρόθυμος συγχωρητικός καλοσυνάτος ανεκτικός πράος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φιλεύσπλαχνος ιερέας μοίρασε τρόφιμα και ρούχα στους άστεγους της περιοχής.
- Έδειξε μια φιλεύσπλαχνη στάση απέναντι στα λάθη του νεαρού υπαλλήλου, δίνοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία.
- Παρά τη φήμη του ως αυστηρού δικαστή, αποδείχθηκε φιλεύσπλαχνος λαμβάνοντας υπόψη τις δύσκολες συνθήκες της υπόθεσης.
- Οι πιστοί προσευχήθηκαν στον φιλεύσπλαχνο Θεό για να απαλύνει τον πόνο των ασθενών.