φορτίζω

ρήμα

1. Εναποθέτω ή τοποθετώ αντικείμενα, εμπορεύματα ή άλλο βάρος σε όχημα, δοχείο ή χώρο για σκοπό μεταφοράς ή αποθήκευσης.

2. Εφοδιάζω με ηλεκτρική ενέργεια συσσωρευτή, μπαταρία ή ηλεκτρονική συσκευή, ώστε να αποθηκευτεί και να καταστεί λειτουργική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ φορτίζω το κινητό στο κομοδίνο.
  • Πριν την αναχώρηση φορτίζω το φορτηγό με κιβώτια για την αποστολή.
  • Στη νέα θέση φορτίζω την ομάδα με επιπλέον αρμοδιότητες.
  • Δεν θέλω να φορτίζω τους πελάτες με επιπλέον χρεώσεις.
  • Μετά τη δουλειά φορτίζω τις μπαταρίες των εργαλείων για την επόμενη μέρα.