φυλάκιο
ουσιαστικό1. Μικρό κτίσμα ή κατασκευή προοριζόμενη για τη στάθμευση και λειτουργία περιπόλων ή φρουρών, όπου πραγματοποιείται παρατήρηση, έλεγχος εισόδου και προστασία συγκεκριμένης περιοχής.
Συνώνυμα
σκοπιά σκοπιό πόστο παρατηρητήριο κουβούκλιο καμπίνα κιόσκι μπλόκο οχυρό πολυβολείο πύργος περίπολο ορμητήριο προμαχώνας κάστρο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φυλάκιο στη μεθόριο φρουρεί τα σύνορα.
- Ο φρουρός έκανε βάρδια στο φυλάκιο όλη τη νύχτα.
- Έστησαν ένα προσωρινό φυλάκιο έξω από το εργοτάξιο για έλεγχο εισόδου.
- Το παλιό φυλάκιο πάνω στο ακρωτήρι προσέφερε σπουδαία θέα στη θάλασσα.
- Το φυλάκιο του λιμανιού ελέγχει τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των σκαφών.