χαρτιά
ουσιαστικό1. Επίσημα έγγραφα, πιστοποιητικά ή δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την ταυτότητα, την ιδιότητα ή τη νομιμότητα προσώπου ή πράξης.
2. Φύλλα τράπουλας ή το ίδιο το παιχνίδι της χαρτοπαιξίας.
3. Φύλλα ή αποκόμματα από χαρτί.
Συνώνυμα
έγγραφα δικαιολογητικά τραπουλόχαρτα πιστοποιητικά ντοκουμέντα διαπιστευτήρια βεβαιώσεις αποδεικτικά χαρτούρα τράπουλα φύλλα αρχεία χαρτοπαίγνιο χειρόγραφα τίτλοι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να μαζέψεις όλα τα απαραίτητα χαρτιά για να καταθέσεις τον φάκελο στην υπηρεσία.
- Κάθε Παρασκευή βράδυ μαζεύονται με τους φίλους του και παίζουν χαρτιά.
- Οι αρχές διαπίστωσαν ότι ταξίδευε χωρίς νόμιμα χαρτιά.
- Στη διάρκεια της διαπραγμάτευσης αποφάσισε να ανοίξει τα χαρτιά του και να δηλώσει τις προθέσεις του.