χιλιοειπωμένος

επίθετο

Που έχει αναφερθεί ή επαναληφθεί πάρα πολλές φορές, με αποτέλεσμα να έχει χάσει τη φρεσκάδα, την πρωτοτυπία ή το ενδιαφέρον του.

Συνώνυμα

πολυειπωμένος τετριμμένος αναμασημένος κοινότοπος πολυακουσμένος στερεότυπος πολυφορεμένος χιλιογραμμένος χιλιοπαιγμένος μπαγιάτικος τριμμένος συνηθισμένος κοινός πολυμεταχειρισμένος παρωχημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μας κούρασε με τα χιλιοειπωμένα αστεία του που δεν κάνουν πια κανέναν να γελάσει.
  • Παρά το γεγονός ότι ήταν ένα χιλιοειπωμένο θέμα, ο ομιλητής κατάφερε να του δώσει μια εντελώς νέα διάσταση.
  • Αυτές οι προεκλογικές υποσχέσεις είναι πια χιλιοειπωμένες και κανείς πολίτης δεν τις πιστεύει.
  • Πρόκειται για μια χιλιοειπωμένη ιστορία αγάπης, αλλά η ευρηματική σκηνοθεσία κέρδισε το κοινό.