χορηγός
ουσιαστικό1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τα έξοδα μιας εκδήλωσης, δραστηριότητας, ομάδας ή προσώπου, συνήθως με αντάλλαγμα τη διαφημιστική προβολή.
Συνώνυμα
σπόνσορας χρηματοδότης μαικήνας δωρητής ευεργέτης υποστηρικτής αρωγός προστάτης επενδυτής συμπαραστάτης τροφοδότης συνδρομητής πάροχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γνωστή εταιρεία ανακοινώθηκε ως ο μέγας χορηγός των επερχόμενων αγώνων.
- Χωρίς τη βοήθεια γενναιόδωρων χορηγών, το φεστιβάλ κινηματογράφου δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
- Στην αρχαία Αθήνα, ο χορηγός θεωρούσε ύψιστη τιμή τη νίκη της ομάδας του στους δραματικούς αγώνες.
- Η ερευνητική ομάδα αναζητά νέους χορηγούς για να ολοκληρώσει το πρόγραμμα καταγραφής των σπηλαίων.