ψιθύρισμα
ουσιαστικό1. Ομιλία με πολύ χαμηλή, πνιχτή φωνή χωρίς παλμό των φωνητικών χορδών.
2. Απαλός, υπόκωφος και συνεχής φυσικός ήχος, όπως του ανέμου ή των φύλλων.
3. Κρυφή και εμπιστευτική διάδοση πληροφορίας ή φήμης.
Συνώνυμα
ψίθυρος ψιθυρισμός μουρμούρισμα μουρμουρητό θρόισμα σούσουρο μουρμούρα κελάρυσμα συριγμός αχός φήμη φύσημα ανάσα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έσκυψε στο αυτί της και με ένα ανεπαίσθητο ψιθύρισμα της αποκάλυψε το μυστικό.
- Το απαλό ψιθύρισμα του ανέμου ανάμεσα στα πεύκα δημιουργούσε μια γαλήνια ατμόσφαιρα.
- Στην αίθουσα ακουγόταν ένα συνεχές ψιθύρισμα όσο ο ομιλητής ανέλυε τα νέα μέτρα.
- Από τα ψιθυρίσματα των συναδέλφων κατάλαβε αμέσως ότι επίκεινται απολύσεις.