ωρίμανση
ουσιαστικό1. Η φυσική διαδικασία κατά την οποία ένας καρπός ή φυτικός οργανισμός φτάνει στην πλήρη του ανάπτυξη και είναι έτοιμος για συγκομιδή ή βρώση.
Συνώνυμα
ωρίμαση γίνωμα μέστωμα παλαίωση ενηλικίωση ολοκλήρωση ανάπτυξη τελείωση σοβάρεμα εξέλιξη καταστάλαξη μεγάλωμα άνδρωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ωρίμανση του κρασιού μέσα στα δρύινα βαρέλια διαρκεί τουλάχιστον δύο χρόνια.
- Με τα χρόνια παρατηρήθηκε μια εντυπωσιακή πνευματική ωρίμανση στη συμπεριφορά του.
- Η πρόωρη ωρίμανση των φρούτων οφείλεται στις ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες της εποχής.
- Απαιτείται περαιτέρω ωρίμανση των συνθηκών προτού προχωρήσουμε στην εφαρμογή της μεταρρύθμισης.