ώριμη
επίθετο1. (Για καρπό ή φυτό) Που έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξή του, έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά γεύσης και χρώματος και είναι έτοιμος για κατανάλωση ή συγκομιδή.
Συνώνυμα
γινωμένη μεστή μεστωμένη κατασταλαγμένη συγκροτημένη συνετή μυαλωμένη γνωστική φρόνιμη έμπειρη ψημένη έτοιμη πρόσφορη μελετημένη ενήλικη καλοζυγισμένη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ντομάτα είναι πολύ ώριμη και ζουμερή, ιδανική για να φτιάξουμε σάλτσα.
- Αντιμετώπισε την κρίση με εξαιρετικά ώριμη και υπεύθυνη στάση.
- Είναι πλέον μια ώριμη γυναίκα που γνωρίζει ακριβώς τι θέλει από τη ζωή της.
- Η πρόταση κατατέθηκε όταν η κατάσταση ήταν πλέον ώριμη για πολιτικές αλλαγές.