άγευστος

επίθετο

1. Που δεν έχει καμία γεύση ή στερείται νοστιμιάς.

2. (μεταφορικά) Που στερείται ζωντάνιας, ενδιαφέροντος, εκφραστικότητας ή βάθους· ανιαρός, ανούσιος.

Συνώνυμα

ανόστος ανάλατος νερόβραστος ανούσιος άχρωμος άχαρος νερωμένος ανιαρός πληκτικός πεζός μονότονος άψυχος απρόσωπος αδοκίμαστος ανέγγιχτος

Αντώνυμα

γευστικός νόστιμος εύγευστος καλόγευστος λαχταριστός πικάντικος ορεκτικός ενδιαφέρων ζωντανός μεστός ουσιαστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φαγητό στο νοσοκομείο ήταν εντελώς άγευστο και ανάλατο.
  • Οι χειμωνιάτικες ντομάτες είναι συνήθως άγευστες και σκληρές.
  • Παρουσίασε ένα άγευστο και επιφανειακό κείμενο που δεν συγκίνησε κανέναν.
  • Έζησε μια άγευστη ζωή, κλεισμένος στον εαυτό του, μακριά από συγκινήσεις και πάθη.