άλαλος
επίθετο1. Που δεν έχει ή έχει χάσει την ικανότητα της ομιλίας· βουβός, μουγγός.
2. Που μένει προσωρινά ανίκανος να μιλήσει από έντονη έκπληξη, φόβο, θαυμασμό ή συγκίνηση· άναυδος, αποσβολωμένος.
3. Που δεν παράγει ήχο ή λόγο· σιωπηλός, αμίλητος.
Συνώνυμα
άφωνος βουβός μουγγός άναυδος άφθογγος ενεός αποσβολωμένος εμβρόντητος αμίλητος σιωπηλός άγλωσσος κατάπληκτος κεραυνόπληκτος σιγηλός παγωμένος άηχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις άκουσε τα απρόσμενα νέα, έμεινε άλαλος από την έκπληξη.
- Το παιδί γεννήθηκε άλαλο και επικοινωνούσε με το περιβάλλον του μέσω της νοηματικής γλώσσας.
- Η τραγική αποκάλυψη τους άφησε όλους άλαλους, ανίκανους να αρθρώσουν έστω μία λέξη παρηγοριάς.
- Καθόταν άλαλη στη γωνία του δωματίου, κοιτάζοντας το κενό με δάκρυα στα μάτια.