άνθιση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία κατά την οποία σχηματίζονται και ανοίγουν τα άνθη ενός φυτού, καθώς και η αντίστοιχη χρονική περίοδος.

2. Περίοδος έντονης ακμής, ευημερίας, πνευματικής, καλλιτεχνικής ή οικονομικής προόδου και ανάπτυξης.

Συνώνυμα

ανθοφορία άνθισμα ακμή λουλούδιασμα ανάπτυξη ευημερία αναγέννηση πρόοδος προκοπή βλάστηση μπουμπούκιασμα ξεπέταγμα απογείωση έξαρση άνοιξη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άνθιση των αμυγδαλιών θεωρείται από πολλούς το πρώτο μήνυμα της άνοιξης.
  • Κατά τον χρυσό αιώνα του Περικλέους παρατηρήθηκε μια εντυπωσιακή άνθιση των τεχνών και της φιλοσοφίας.
  • Η τοπική οικονομία γνωρίζει πρωτοφανή άνθιση χάρη στην αύξηση του χειμερινού τουρισμού.
  • Οι έντονες βροχοπτώσεις καθυστέρησαν φέτος την άνθιση των καρποφόρων δέντρων.