άπλωμα
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανοίγματος και ξεδιπλώματος ενός αντικειμένου ώστε να καταλάβει όλη την επιφάνειά του.
2. Η τοποθέτηση πλυμένων ρούχων σε σχοινί ή απλώστρα με σκοπό το στέγνωμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άπλωμα των ρούχων στην ταράτσα καθυστέρησε εξαιτίας της ξαφνικής συννεφιάς.
- Με ένα απότομο άπλωμα του χεριού του πρόλαβε το ποτήρι πριν πέσει στο πάτωμα.
- Το ανεξέλεγκτο άπλωμα της πόλης προς τα προάστια κατέστρεψε μεγάλο μέρος του δάσους.
- Χρειάζεται ομοιόμορφο άπλωμα της μπογιάς στον τοίχο για να μη μείνουν κηλίδες.