άτεχνος
επίθετο1. Που στερείται καλλιτεχνικής αξίας, καλαισθησίας ή επιμέλειας· κακότεχνος.
2. Που δεν διαθέτει δεξιότητα, εμπειρία ή μαεστρία· αδέξιος.
3. (σπανιότερα) Που δεν έχει επιτήδευση ή δόλο· απροσποίητος, φυσικός.
Συνώνυμα
κακότεχνος αδέξιος κακοφτιαγμένος ακαλαίσθητος άκομψος πρόχειρος ακατέργαστος ατσούμπαλος άπειρος αδίδακτος αγύμναστος πρωτόγονος απλοϊκός ανεπιτήδευτος απροσποίητος
Αντώνυμα
έντεχνος περίτεχνος αριστοτεχνικός επιδέξιος καλλιτεχνικός καλοφτιαγμένος καλαίσθητος κομψός δεξιοτέχνης επιτηδευμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξύλινο αγαλματίδιο ήταν τόσο άτεχνο που έμοιαζε με παιδική κατασκευή.
- Προσπάθησε να πει ένα ψέμα, αλλά ήταν τόσο άτεχνος στους τρόπους του που τον κατάλαβαν αμέσως.
- Οι άτεχνες κινήσεις των χεριών του μαρτυρούσαν ότι δεν είχε ξαναπιάσει τέτοιο εργαλείο.
- Παρά τον άτεχνο στίχο του, το τραγούδι συγκίνησε τους πάντες με την ειλικρίνειά του.