έγγαμος
επίθετοΠου έχει συνάψει γάμο και βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης συζυγικής συμβίωσης.
Συνώνυμα
παντρεμένος νυμφευμένος υπανδρευμένος συζευγμένος στεφανωμένος ύπανδρος δεσμευμένος αποκατεστημένος οικογενειάρχης ζευγαρωμένος
Αντώνυμα
άγαμος ανύπαντρος ανύμφευτος ανύπανδρος αστεφάνωτος αδέσμευτος ελεύθερος διαζευγμένος χωρισμένος γεροντοπαλίκαρο
Παραδείγματα χρήσης
- Στο επίσημο έγγραφο της αίτησης δήλωσε ότι είναι έγγαμος με δύο προστατευόμενα μέλη.
- Το σχετικό επίδομα δικαιούνται όλοι οι έγγαμοι εργαζόμενοι της επιχείρησης.
- Η νομοθεσία προβλέπει ειδικές άδειες για τις έγγαμες μητέρες στον δημόσιο τομέα.
- Παρά τη μακροχρόνια σχέση τους, επέλεξαν να παραμείνουν συμβιούντες και να μη γίνουν έγγαμοι.