έμφαση
ουσιαστικό1. Ιδιαίτερη βαρύτητα, προσοχή ή σημασία που αποδίδεται σε κάτι για να υπογραμμιστεί η σπουδαιότητά του.
2. Τονισμός ή ένταση της φωνής κατά την προφορά για να διακριθεί μια λέξη ή φράση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις βασικές αρχές της φυσικής.
- Πρόφερε την τελευταία λέξη με έμφαση, κοιτάζοντας κατευθείαν το κοινό.
- Στον δημόσιο λόγο του απέφευγε τη περιττή έμφαση και τα μεγάλα λόγια.
- Στο νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, η έμφαση μετατοπίζεται από την αποστήθιση στην κριτική σκέψη.