ένδεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη των αναγκαίων μέσων συντήρησης, ακραία φτώχεια και εξαθλίωση.

2. Μεταφορικά, η παντελής έλλειψη, ανεπάρκεια ή σπάνη σε αγαθά, πόρους, ιδέες, πνευματικά ή ηθικά στοιχεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρατεταμένη οικονομική κρίση οδήγησε πολλές οικογένειες στα όρια της ένδειας.
  • Το τηλεοπτικό πρόγραμμα της σεζόν χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή πνευματική ένδεια.
  • Ζούσαν επί χρόνια σε συνθήκες απόλυτης ένδειας, στερούμενοι ακόμα και τα απαραίτητα φάρμακα.
  • Η συζήτηση στο κοινοβούλιο ανέδειξε την πολιτική ένδεια των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης.