αγγελιαφόρος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο επιφορτισμένο με τη μεταφορά και παράδοση προφορικών ή γραπτών μηνυμάτων, ειδήσεων ή διαταγών.

2. Πρόσωπο, ον ή φαινόμενο που προμηνύει, προαναγγέλλει ή προοιωνίζει μια εξέλιξη ή κατάσταση.

Συνώνυμα

μαντατοφόρος αγγελιοφόρος κομιστής διακομιστής ταχυδρόμος κήρυκας χαμπαριτζής απεσταλμένος διαγγελέας πρόδρομος προπομπός πρεσβευτής κούριερ διανομέας μηνυτής

Αντώνυμα

παραλήπτης αποδέκτης δέκτης λήπτης αποκρύπτης συγκαλυπτής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αγγελιαφόρος έφτασε εξαντλημένος στο στρατόπεδο για να παραδώσει την επιστολή του στρατηγού.
  • Στην αρχαία Ελλάδα συνηθιζόταν να μη τιμωρούν τον αγγελιαφόρο για τις δυσάρεστες ειδήσεις.
  • Τα πρώτα χελιδόνια θεωρούνται από τον λαό οι αγγελιαφόροι του ερχομού της άνοιξης.
  • Έστειλε έναν έμπιστο αγγελιαφόρο στο γειτονικό χωριό για να ζητήσει ενισχύσεις.