αγγελούδι

ουσιαστικό

1. Μικρός άγγελος, ιδίως όπως παριστάνεται στην τέχνη ως πτερωτό νήπιο.

2. Χαϊδευτικός χαρακτηρισμός για βρέφος ή μικρό παιδί που ξεχωρίζει για την ομορφιά, την αθωότητα ή την ηρεμία του.

Συνώνυμα

αγγελάκι αγγελόπουλο χερουβείμ χερουβίμ σεραφείμ πλασματάκι μωρό βρέφος παιδάκι περιστεράκι ψυχούλα πουλάκι διαμαντάκι θησαυρός ζουζούνι μπουμπούκι άγιος άκακος

Αντώνυμα

διαβολάκι δαιμονάκι σατανάκι ζιζάνιο διάβολος δαίμονας σατανάς πειρασμός σκανδαλιάρης παλιόπαιδο μπελάς τέρας

Παραδείγματα χρήσης

  • Κοιμάται στην κούνια του ήσυχο και γαλήνιο σαν αγγελούδι.
  • Η γιαγιά καμάρωνε τα αγγελούδια της να παίζουν χαρούμενα στον κήπο.
  • Μην τον βλέπεις που κάνει τον αθώο, δεν είναι και κανένα αγγελούδι.
  • Στον τρούλο του ναού είναι ζωγραφισμένα ολόχρυσα αγγελούδια ανάμεσα στα σύννεφα.