αδυνατίζω
ρήμα1. Χάνω σωματικό βάρος, γίνομαι πιο λεπτός ή κάνω κάποιον άλλον να χάσει βάρος.
2. Χάνω τη δύναμη, την αντοχή ή τη σωματική μου ρώμη, γίνομαι αδύναμος.
3. Μειώνομαι σε ένταση, ισχύ, σημασία ή αποτελεσματικότητα.
Συνώνυμα
εξασθενίζω αποδυναμώνω λιγνεύω εξασθενώ λεπτύνω ατονώ φθίνω στεγνώνω μαραζώνω ελαττώνομαι μειώνομαι καταβάλλομαι κοκαλιάζω ξεθυμαίνω χαλαρώνω υποχωρώ καμπτομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκοψε τα γλυκά και άρχισε να αδυνατίζει θεαματικά.
- Μετά τη βαριά ίωση ένιωθε ότι είχε αδυνατίσει υπερβολικά ο οργανισμός του.
- Με το πέρασμα των ωρών, η καταιγίδα αδυνάτισε και τελικά σταμάτησε.
- Η απουσία βασικών μαρτύρων αδυνάτισε σημαντικά το κατηγορητήριο στο δικαστήριο.