αθλητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με κάποιο άθλημα ή λαμβάνει μέρος σε αθλητικούς αγώνες.

2. Άνθρωπος με γεροδεμένη, μυώδη και γυμνασμένη σωματική διάπλαση.

Συνώνυμα

αθλούμενος αγωνιζόμενος σπορτσμαν γυμναζόμενος ασκούμενος πρωταθλητής παίκτης αθλοφόρος αγωνιστής μαχητής παλικάρι θεριό γίγαντας σωματοδομητής

Αντώνυμα

θεατής φίλαθλος αγύμναστος καθιστικός οπαδός νωθρός καχεκτικός ασθενικός λαπάς άπραγος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νεαρός αθλητής προπονείται σκληρά για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
  • Χιλιάδες αθλητές από όλο τον κόσμο έτρεξαν στον Αυθεντικό Μαραθώνιο της Αθήνας.
  • Με τους φαρδείς του ώμους και το παράστημά του έμοιαζε με αρχαίο αθλητή.
  • Η αυστηρή πειθαρχία και η σωστή διατροφή είναι απαραίτητες για κάθε επαγγελματία αθλητή.