αισθάνομαι
ρήμα1. Αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις ή μέσω εσωτερικών ερεθισμάτων μεταβολές στο περιβάλλον ή στο σώμα.
2. Βιώνω εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις ή συναισθήματα, όπως χαρά, λύπη, φόβο ή άγχος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα αισθάνομαι κρύο.
- Μετά την είδηση αισθάνομαι χαρά.
- Από τα στοιχεία αισθάνομαι ότι πρέπει να περιμένουμε.
- Στην κηδεία αισθάνομαι βαθιά συγκίνηση.
- Μετά τη γυμναστική αισθάνομαι πόνο στους μύες.