αιχμή
ουσιαστικό1. Το οξύ, μυτερό άκρο αντικειμένου, εργαλείου ή όπλου.
2. Το ανώτατο σημείο έντασης, δραστηριότητας, κίνησης ή συχνότητας σε μια χρονική περίοδο ή διακύμανση.
3. Έμμεσος υπαινιγμός, καλυμμένη επίκριση ή καυστικό σχόλιο εναντίον κάποιου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αιχμή του δόρατος ήταν κατασκευασμένη από σφυρήλατο σίδερο.
- Τις ώρες αιχμής, η κυκλοφορία στους κεντρικούς οδικούς άξονες είναι εξαιρετικά δύσκολη.
- Στη συνέντευξή του άφησε σαφείς αιχμές κατά της διοίκησης για κακοδιαχείριση.
- Η τουριστική περίοδος βρίσκεται πλέον στην αιχμή της, με τις πληρότητες να αγγίζουν το εκατό τοις εκατό.