αληθινό
επίθετο1. Που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στην αντικειμενική αλήθεια· μη ψευδής.
2. Που δεν αποτελεί απομίμηση, πλαστογραφία ή υποκατάστατο· γνήσιος, αυθεντικός.
3. Που διακρίνεται από ειλικρίνεια, ευθύτητα και έλλειψη υποκρισίας.
Συνώνυμα
πραγματικό γνήσιο αυθεντικό ακίβδηλο ανόθευτο υπαρκτό ειλικρινές ανυπόκριτο αψευδές αδιάψευστο έγκυρο ορθό σωστό ακριβές αντικειμενικό πιστό κυριολεκτικό ανεπιτήδευτο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόσμημα δεν ήταν φτιαγμένο από αληθινό χρυσάφι αλλά από μπρούντζο.
- Η ιστορία που διηγήθηκε βασίζεται σε ένα αληθινό περιστατικό.
- Στις δύσκολες στιγμές καταλαβαίνεις ποιος είναι αληθινός φίλος.
- Η διάσωση των ναυαγών κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν ένα αληθινό θαύμα.