αμβλύς
επίθετο1. Που δεν είναι αιχμηρός ή κοφτερός, που καταλήγει σε στρογγυλεμένη ή πεπλατυσμένη άκρη.
2. (γεωμετρία) Που έχει άνοιγμα μεγαλύτερο από ενενήντα μοίρες (για γωνία).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
οξύς κοφτερός αιχμηρός μυτερός σουβλερός διαπεραστικός διεισδυτικός οξύνους αγχίνους έντονος ευαίσθητος ευφυής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χειρουργός ζήτησε να αλλάξει το εργαλείο, καθώς η άκρη του ήταν αμβλεία.
- Ένιωθε έναν αμβλύ πόνο χαμηλά στην πλάτη που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
- Στη γεωμετρία μάθαμε ότι ένα τρίγωνο μπορεί να έχει μόνο μία αμβλεία γωνία.
- Με την πάροδο της ηλικίας, οι αισθήσεις του είχαν γίνει κάπως πιο αμβλείες.