αμελητέα

επίθετο

1. Που έχει τόσο μικρό μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, ώστε μπορεί να παραβλεφθεί ή να μην υπολογιστεί.

2. Που στερείται ουσιαστικής σημασίας, βαρύτητας ή αξίας.

Συνώνυμα

ασήμαντη μηδαμινή ευκαταφρόνητη αναξιόλογη παραμελητέα ανεπαίσθητη ελάχιστη μηδενική αδιόρατη δευτερεύουσα τιποτένια ανάξια μικρή ευτελής περιθωριακή

Αντώνυμα

υπολογίσιμη σημαντική αξιόλογη σπουδαία ουσιαστική αισθητή βαρύνουσα καθοριστική κρίσιμη μεγάλη

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόκλιση στη μέτρηση ήταν τόσο αμελητέα που δεν επηρέασε καθόλου το τελικό αποτέλεσμα του πειράματος.
  • Η οικονομική επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό θεωρήθηκε αμελητέα σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη.
  • Στους φυσικούς υπολογισμούς, η αντίσταση του αέρα εκλαμβάνεται συχνά ως αμελητέα ποσότητα.
  • Οι διαφορές μεταξύ των δύο προτάσεων κρίθηκαν αμελητέες από την επιτροπή αξιολόγησης.