αμεταβλητότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό του να παραμένει κάτι σταθερό, χωρίς να υφίσταται αλλαγές, μεταβολές ή διαφοροποιήσεις στον χρόνο ή κάτω από εξωτερικές επιδράσεις.

Συνώνυμα

αναλλοιωτότητα σταθερότητα αμεταβλησία παγιότητα μονιμότητα ατρεψία ατρεπτότητα απαραλλαξία αμετακινησία ακαμψία αμετακλητότητα ακινησία στερεότητα αδράνεια

Αντώνυμα

μεταβλητότητα ευμεταβλητότητα αστάθεια ρευστότητα τρεπτότητα τροποποιησιμότητα αλλοίωση μεταβολή παροδικότητα ευκινησία

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμεταβλητότητα των φυσικών σταθερών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατύπωση επιστημονικών θεωριών.
  • Στον σύγχρονο προγραμματισμό, η αμεταβλητότητα των δεδομένων συμβάλλει στην ασφάλεια και την αξιοπιστία του κώδικα.
  • Η φιλοσοφική του θεώρηση βασιζόταν στην αναζήτηση της απόλυτης αμεταβλητότητας μέσα σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.
  • Η υπερβολική αμεταβλητότητα της στρατηγικής τους οδήγησε στην αποτυχία, καθώς η αγορά απαιτούσε ευελιξία.