ανάγλυφο

ουσιαστικό

1. Έργο γλυπτικής ή πλαστικής του οποίου οι παραστάσεις προεξέχουν από επίπεδη επιφάνεια βάσης.

2. Το σύνολο των φυσικών ανωμαλιών, υψωμάτων και κοιλοτήτων της γήινης επιφάνειας μιας περιοχής.

3. Επιφάνεια με αισθητές στην αφή προεξοχές και εσοχές.

Συνώνυμα

ρελιέφ γεωμορφολογία τοπογραφία προεξοχή ανισοπεδότητα έπαρμα έξαρση εξόγκωμα διαμόρφωση εδαφομορφή πλαστικότητα διαμελισμός ενάργεια παραστατικότητα

Αντώνυμα

επίπεδο ισοπεδωμένο ομαλότητα λειότητα ισοπέδωση πεδιάδα πλατυσμός ασάφεια

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ορεινό ανάγλυφο της Ελλάδας δυσκόλευε ανέκαθεν τις χερσαίες συγκοινωνίες.
  • Στο μουσείο της Ακρόπολης θαυμάσαμε ένα αρχαίο μαρμάρινο ανάγλυφο που απεικονίζει σκηνή μάχης.
  • Τα βιβλία για τυφλούς είναι τυπωμένα με ειδικό ανάγλυφο σύστημα γραφής.
  • Η οικονομική κρίση έφερε με ανάγλυφο τρόπο στην επιφάνεια τα χρόνια προβλήματα της κοινωνίας.