ανάπλαση

ουσιαστικό

1. Η εκ νέου διαμόρφωση, αρχιτεκτονική αναμόρφωση ή λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση ενός χώρου (συνήθως αστικού ή φυσικού περιβάλλοντος).

2. Η βιολογική αναγέννηση, επούλωση ή αποκατάσταση κυττάρων και ιστών του σώματος.

Συνώνυμα

αναδιαμόρφωση αναμόρφωση αναγέννηση ανανέωση ανασύνθεση ανακατασκευή αναδόμηση εξωραϊσμός αναβάθμιση αναδημιουργία αναπαράσταση ανακαίνιση ανασχεδιασμός επούλωση ανοικοδόμηση μεταμόρφωση αναβίωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έργο για την ανάπλαση του ιστορικού κέντρου άλλαξε ριζικά την εικόνα της πόλης.
  • Η ειδική αλοιφή βοηθά στη γρήγορη ανάπλαση των ιστών μετά από έγκαυμα.
  • Στο μυθιστόρημά του επιχειρεί μια πιστή ιστορική ανάπλαση της ζωής στην Αθήνα του περασμένου αιώνα.
  • Οι κάτοικοι της περιοχής ζητούν επίμονα την ανάπλαση του εγκαταλελειμμένου πάρκου.