αναγεννιέμαι
ρήμα1. Γεννιέμαι εκ νέου, αποκτώ καινούργια ζωή κυριολεκτικά ή πνευματικά.
2. Αποκτώ ξανά ψυχική, σωματική ή πνευματική δύναμη, ζωντάνια και ευεξία· ανανεώνομαι ριζικά.
3. Γνωρίζω νέα άνθηση και ακμή ύστερα από περίοδο παρακμής, αδράνειας ή καταστροφής.
Συνώνυμα
αναγεννώμαι ξαναγεννιέμαι ξαναγεννώμαι ανασταίνομαι ανανεώνομαι αναζωογονούμαι ξανανιώνω αναβιώνω αναπλάθομαι ανακάμπτω ξαναζωντανεύω ζωντανεύω ανθίζω αναθαρρεύω ορθοποδώ
Αντώνυμα
πεθαίνω απονεκρώνομαι μαραίνομαι παρακμάζω φθείρομαι σβήνω μαραζώνω αφανίζομαι καταστρέφομαι γηράσκω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε άνοιξη η φύση αναγεννιέται και γεμίζει χρώματα και αρώματα.
- Μετά από λίγες μέρες ανάπαυσης στην εξοχή, ένιωσε να αναγεννιέται ψυχικά και σωματικά.
- Η πόλη αναγεννήθηκε από τις στάχτες της χάρη στην επιμονή των κατοίκων της.
- Με την ανακάλυψη των αρχαίων χειρογράφων, τα γράμματα και οι τέχνες αναγεννήθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο.