αναγκασμός
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος εξαναγκάζει άλλο πρόσωπο να πράξει, να αποδεχτεί ή να ανέχεται κάτι, περιορίζοντας την ελευθερία της βούλησής του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ελευθερία αυτοβούληση συναίνεση συγκατάθεση εθελοντικότητα προαιρετικότητα αυτοδιάθεση ανεξαρτησία προαίρεση βουλή εκλογή επιλογή βούληση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναγκασμός από τρίτους ακυρώνει τη συναίνεση σε κάθε συμφωνία.
- Ένιωσε έναν ακατανίκητο αναγκασμό να ελέγχει συνεχώς αν είχε κλείσει την πόρτα.
- Οι αστυνομικοί απέτρεψαν τον αναγκασμό και διαχώρισαν το πλήθος.
- Ο οικονομικός αναγκασμός τον ανάγκασε να πουλήσει την επιχείρησή του.
- Στις νομικές εκθέσεις, ο αναγκασμός αναφέρεται συχνά ως στοιχείο που μειώνει την ευθύνη.