αναμορφώνω

ρήμα

1. Αλλάζω ριζικά τη δομή, τη λειτουργία ή το περιεχόμενο ενός θεσμού, συστήματος ή νόμου με σκοπό τη βελτίωση ή τον εκσυγχρονισμό του.

Συνώνυμα

μεταρρυθμίζω αναδιοργανώνω αναδιαρθρώνω σωφρονίζω μετασχηματίζω αναδομώ ανασχηματίζω εκσυγχρονίζω εξυγιαίνω μεταπλάθω διαπαιδαγωγώ συνετίζω βελτιώνω τροποποιώ ανανεώνω ανακαινίζω αναδιατάσσω νουθετώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναμορφώσει ριζικά το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.
  • Το ειδικό ίδρυμα στοχεύει να αναμορφώσει τους ανήλικους παραβάτες και να διευκολύνει την κοινωνική τους επανένταξη.
  • Ο νέος αρχιτέκτονας αναμόρφωσε πλήρως την πλατεία, μετατρέποντάς την σε έναν σύγχρονο χώρο πρασίνου.
  • Αν δεν αναμορφώσουμε τον κανονισμό λειτουργίας, τα προβλήματα διαχείρισης θα συνεχιστούν.