αναπόφευκτα

επίρρημα

Κατά τρόπο που δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί, να παρακαμφθεί ή να ματαιωθεί· με απόλυτη βεβαιότητα, αναγκαιότητα ή νομοτέλεια.

Συνώνυμα

αναπόδραστα αναγκαστικά μοιραία νομοτελειακά αναποφεύκτως αμετάκλητα σίγουρα οπωσδήποτε βέβαια εξάπαντος απαρέγκλιτα φυσικά επόμενα φυσιολογικά αυτονόητα

Αντώνυμα

αποφευκτά τυχαία συμπτωματικά αβέβαια αμφίβολα προαιρετικά συγκυριακά εκούσια πιθανά

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρατεταμένη ξηρασία οδήγησε αναπόφευκτα σε σοβαρή έλλειψη νερού στην περιοχή.
  • Οι συνεχείς διαφωνίες τους έφεραν αναπόφευκτα τη διάλυση της επαγγελματικής τους συνεργασίας.
  • Όταν εργάζεσαι υπό τέτοια πίεση και κούραση, αναπόφευκτα θα υποπέσεις σε λάθη.
  • Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας αλλάζει αναπόφευκτα την καθημερινότητά μας.