αναφωνώ
ρήμα1. Αρθρώνω λόγο ή βγάζω δυνατή φωνή με τρόπο αυθόρμητο και απότομο, εκφράζοντας έντονο συναίσθημα όπως θαυμασμό, έκπληξη, χαρά ή τρόμο.
2. Ανακηρύσσω επίσημα ή επευφημώ κάποιον δημόσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- «Εύρηκα!», αναφώνησε με ενθουσιασμό μόλις βρήκε τη λύση του μυστηρίου.
- Μόλις αντίκρισε το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα, δεν μπόρεσε παρά να αναφωνήσει από θαυμασμό.
- «Πρόσεχε!», αναφώνησε έντρομη όταν είδε το παιδί να πλησιάζει στο χείλος του γκρεμού.
- Όταν μπήκε η νύφη στην εκκλησία, όλοι οι καλεσμένοι αναφώνησαν εκστασιασμένοι.