ανειλικρίνεια
ουσιαστικό1. Έλλειψη ειλικρίνειας, η τάση ή συνήθεια απόκρυψης ή αλλοίωσης των πραγματικών σκέψεων, συναισθημάτων ή προθέσεων.
2. Πράξη, λόγος ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υποκρισία, προσποίηση ή δόλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ειλικρίνεια ευθύτητα ντομπροσύνη αδολία εντιμότητα τιμιότητα γνησιότητα αυθεντικότητα διαφάνεια αλήθεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανειλικρίνεια στις διαπροσωπικές σχέσεις αναπόφευκτα οδηγεί στην απώλεια της εμπιστοσύνης.
- Δεν άντεχε την ανειλικρίνεια των συνεργατών του, οι οποίοι άλλα έλεγαν μπροστά του και άλλα πίσω του.
- Τον κατηγόρησαν για ανειλικρίνεια, καθώς απέκρυψε σκόπιμα κρίσιμες πληροφορίες κατά την κατάθεσή του.
- Πίσω από τα υπερβολικά φιλοφρονητικά του λόγια κρυβόταν μια βαθιά ανειλικρίνεια.