ανεμπόδιστος

επίθετο

1. Που εξελίσσεται, κινείται ή πραγματοποιείται χωρίς να συναντά κανένα εμπόδιο, δυσκολία ή διακοπή.

2. Που δεν περιορίζεται από απαγορεύσεις ή παρεμβάσεις.

Συνώνυμα

απρόσκοπτος ακώλυτος απαρεμπόδιστος ελεύθερος ανενόχλητος ανοιχτός αδέσμευτος απεριόριστος αβίαστος ακάθεκτος ασταμάτητος ασυγκράτητος ακράτητος καθαρός

Αντώνυμα

εμποδισμένος παρεμποδισμένος κωλυόμενος φραγμένος μπλοκαρισμένος περιορισμένος δεσμευμένος κλειστός δυσχερής ανακομμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Από το μπαλκόνι του δωματίου είχαμε ανεμπόδιστη θέα προς το απέραντο πέλαγος.
  • Η τροχαία έλαβε μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η ανεμπόδιστη κυκλοφορία των οχημάτων.
  • Προτεραιότητα της νέας νομοθεσίας είναι η ανεμπόδιστη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία σε όλα τα δημόσια κτίρια.
  • Οι ισχυροί άνεμοι επέτρεψαν την ανεμπόδιστη εξάπλωση της πυρκαγιάς μέσα στο δάσος.