ανεπαρκώς
επίρρημα1. Σε βαθμό, ποσότητα ή ποιότητα που υπολείπεται του αναγκαίου ή του προσδοκώμενου· με τρόπο ελλιπή.
2. Χωρίς την απαιτούμενη ικανότητα, κατάρτιση ή επιμέλεια.
Συνώνυμα
ελλιπώς λειψά ατελώς πενιχρά φτωχά ακατάλληλα ανίκανα πρόχειρα ανολοκλήρωτα ισχνά κουτσά μισά αδέξια μειονεκτικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νοσοκομείο είναι ανεπαρκώς στελεχωμένο, με αποτέλεσμα το προσωπικό να δουλεύει εξαντλητικά ωράρια.
- Οι υποψήφιοι εμφανίστηκαν ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για τις απαιτήσεις της συνέντευξης.
- Το συγκεκριμένο επιστημονικό ζήτημα έχει ερευνηθεί ανεπαρκώς μέχρι σήμερα.
- Η αίθουσα φωτιζόταν ανεπαρκώς και δυσκολευόμασταν να διαβάσουμε τις σημειώσεις.