ανταπάντηση
ουσιαστικό1. Νέα απάντηση, απόκριση σε προηγούμενη απάντηση ή αντίλογο σε διάλογο ή συζήτηση.
2. (νομική) Δικόγραφο ή ισχυρισμός με τον οποίο αποκρούεται η απάντηση ή οι προτάσεις του αντιδίκου.
Συνώνυμα
αντίλογος αντίκρουση αντεπιχείρημα απόκριση απάντηση αντίφωνηση αντίρρηση αντέγκληση αντεπίθεση ανταπόδοση αντίδραση αντιγύρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βουλευτής ζήτησε τον λόγο επί προσωπικού για μια σύντομη ανταπάντηση στις κατηγορίες της αντιπολίτευσης.
- Η ευφυής και άμεση ανταπάντησή της άφησε τον συνομιλητή της εντελώς άφωνο.
- Στη δικαστική αίθουσα, ο συνήγορος κατέθεσε γραπτή ανταπάντηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του ενάγοντος.
- Κατά τη διάρκεια του ντιμπέιτ, κάθε υποψήφιος είχε δικαίωμα για μία ανταπάντηση διάρκειας ενός λεπτού.