αντικειμενικά

επίρρημα

1. Με βάση τα πραγματικά δεδομένα και απαλλαγμένα από προσωπικές προτιμήσεις, συναισθήματα ή προκαταλήψεις.

2. Στην πραγματικότητα, αναμφισβήτητα, πράγματι (για έμφαση στην αδιαμφισβήτητη ισχύ ενός ισχυρισμού).

Συνώνυμα

αμερόληπτα απροκατάληπτα αδέκαστα ανεπηρέαστα ουδέτερα απρόσωπα νηφάλια ψύχραιμα δίκαια ρεαλιστικά πραγματικά επιστημονικά αληθινά πράγματι όντως ορθά σωστά απαθώς

Αντώνυμα

υποκειμενικά μεροληπτικά προκατειλημμένα μονομερώς συναισθηματικά άδικα αυθαίρετα επιλεκτικά στρεβλά φανατικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπάθησε να εξετάσεις τα γεγονότα αντικειμενικά και χωρίς συναισθηματισμούς.
  • Αντικειμενικά, η πρόταση αυτή ήταν η πιο συμφέρουσα οικονομικά.
  • Ο δικαστής οφείλει να κρίνει την υπόθεση απολύτως αντικειμενικά.
  • Είναι εξαιρετικά δύσκολο να δει κανείς αντικειμενικά τα λάθη των δικών του ανθρώπων.