ανώμαλα
επίρρημα1. Κατά τρόπο τραχύ, χωρίς επιπεδότητα ή ομαλότητα στην επιφάνεια.
2. Με απόκλιση από τον κανόνα, τη φυσιολογική τάξη ή το συνηθισμένο· ακανόνιστα, αφύσικα.
3. Με διαταραχές, εντάσεις ή δυσκολίες στην εξέλιξη μιας διαδικασίας.
Συνώνυμα
ακανόνιστα ανομοιόμορφα ανισόπεδα τραχιά αφύσικα παθολογικά διαταραγμένα προβληματικά ταραγμένα παράδοξα παράξενα ασυνήθιστα αλλόκοτα στρεβλά δύσκολα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο τρανταζόταν έντονα, καθώς ο χωματόδρομος ήταν στρωμένος ανώμαλα.
- Μετά την ξαφνική είδηση, ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει ανώμαλα.
- Η μετάβαση στη νέα διοίκηση εξελίχθηκε ανώμαλα, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις.
- Το ύφασμα είχε ραφτεί ανώμαλα και έκανε ζάρες στις άκρες.