απαγορευτικό

επίθετο

1. Που απαγορεύει ή δηλώνει απαγόρευση, εμποδίζει την πρόσβαση, τη χρήση ή την εκτέλεση μιας ενέργειας.

2. Που είναι τόσο υψηλό, αυστηρό ή επαχθές ώστε να αποθαρρύνει ή να καθιστά δύσκολη έως αδύνατη την πραγματοποίησή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το απαγορευτικό στην είσοδο του μνημείου απαγορεύει την πρόσβαση μετά τις 20:00.
  • Επιβλήθηκε απαγορευτικό απόπλου λόγω της σφοδρής θαλασσοταραχής.
  • Το υπουργείο ανακοίνωσε απαγορευτικό για τις δημόσιες συγκεντρώσεις εκείνη την ημέρα.
  • Το ύψος της χρέωσης ήταν απαγορευτικό για πολλές μικρές επιχειρήσεις.
  • Στην πόρτα υπήρχε απαγορευτικό για τους μη διαπιστευμένους επισκέπτες.