απελευθερωτής

ουσιαστικό

1. Αυτός που απελευθερώνει κάποιον, έναν λαό ή έναν τόπο από δεσμά, σκλαβιά, τυραννία ή ξενική κατοχή.

2. Αυτός που απαλλάσσει ή λυτρώνει κάποιον από δυσάρεστη, πιεστική ή επικίνδυνη κατάσταση.

Συνώνυμα

ελευθερωτής λυτρωτής σωτήρας απολυτρωτής σωτήρ ξεσκλαβωτής ρύστης απαλλακτής διασώστης μεσσίας προστάτης ευεργέτης χειραφέτης

Αντώνυμα

κατακτητής υποδουλωτής δυνάστης τύραννος σκλαβωτής καταπιεστής εισβολέας ανδραποδιστής αλυσοδέτης δεσμοφύλακας σφετεριστής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατηγός έγινε δεκτός στην πόλη ως απελευθερωτής από το ενθουσιασμένο πλήθος.
  • Στα ιστορικά βιβλία μνημονεύεται ως ο μεγάλος απελευθερωτής του έθνους.
  • Πολλοί λαοί υποδέχτηκαν αρχικά τις ξένες δυνάμεις ως απελευθερωτές, σύντομα όμως απογοητεύτηκαν.
  • Ένιωθε βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον απελευθερωτή του, που τον βοήθησε να ξεφύγει από την αιχμαλωσία.